
Όταν είδε να τεμαχίζουν ένα πτώμα στην τηλεόραση, προτίμησε αρχικά να κλείσει τα μάτια, έπειτα την τηλεόραση της και λίγο αργότερα, έτσι για την ισορροπία, είπε ν’ ανοίξει τα πόδια στον πρώτο ή στον επόμενο που συνάντησε. Ισορροπία δε βρήκε, ίσως λίγη προσωρινή ευχαρίστηση. Ωστόσο, κάπου εκεί θυμήθηκε τον παππού της που έλεγε «Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού», οπότε άρχισε να ελπίζει... Τα πόδια έμειναν ανοικτά, τα μάτια πεισματικά κλειστά, η τηλεόραση έπαιζε χιόνια και το πτώμα είχε πια μείνει μισό: ένα πόδι εδώ, άλλο πόδι μέσα σε μια μαύρη ναϋλον σακούλα, ένα χέρι κομμένο τρακτερωτά στον καρπό να κρέμεται ακόμα απ’ τον πήχυ αρκετά κάτω απ’ τον αγκώνα και δυο δημοσιογράφοι να φωνάζουν – αξιοπερίεργο voice over – σαν οπαδοί γηπέδου με φωνές ξενόφερτες, άγνωστες, που φέρνουν περισσότερο σε ζητωκραυγές παρά σε απαξίωση του θεάματος. Εδώ γίνεται ένας στυγνός φόνος, που μεταδίδεται μάλιστα τηλεοπτικά, κι εμείς κοιτάζουμε κάποια που άνοιξε τα πόδια της για αποφύγει την όψη της σκληρότητας. Απαίσια είναι αυτή λοιπόν, ή εμείς οι ίδιοι εν τέλει;
Rewind
Όταν είδε να τεμαχίζουν ένα πτώμα – μετανάστη νομίζω – στο κεντρικό δελτίο των 8 στο «μεγάλο κανάλι», προτίμησε αρχικά να κλείσει την τηλεόραση, μετά τα μάτια κι έπειτα να μαγειρέψει κάτι για τους καλεσμένους της. Εκείνοι χτύπησαν με ιδιαίτερη μανία το κουδούνι θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αστείο. Όλοι ξέρουμε βέβαια ότι δεν είναι, ας μη γελιόμαστε... Κάπως πρόσχαρη εκείνη – ο φόνος στη τηλεόραση ξεθώριαζε στο νου της – άνοιξε την πόρτα κι υποδέχθηκε τους καλεσμένους της χαμογελαστή, φορώντας ποδιά κουζίνας. Κοτόπουλο μαγείρεψε. Τεμαχισμένο κι αυτό μέσα στο σελοφάν, το βρήκε με λίγο υψηλή τιμή στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Καθώς κομμάτια στήθους κοτόπουλου κολλούσαν ανάμεσα στα δόντια των καλεσμένων και της οικοδέσποινας, η τελευταία θυμήθηκε το τεμαχισμένο πτώμα στο δελτίο ειδήσεων προηγουμένως. Αναρωτήθηκε εάν θα μπορούσε ένα κοτόπουλο να στεναχωρηθεί που όλη αυτή η παρέα τρώει με μανία ένα διαμελισμένο, ζεματισμένο και γενικότερα κατακρεουργημένο ομοειδές του. Αναρωτήθηκε ακόμα αν σ’ έναν άλλον πλανήτη όπου κατοικούν κοτόπουλα γίνεται μια παρόμοια σπιτική φιέστα με κυρίως πιάτο τεμαχισμένο άνθρωπο περιχυμένο με σως καλαμποκιού. Ο διπλανός άγγιξε το μπούτι της, αφού πρώτα έφαγε το μπούτι του ζώου, στέλνοντας της όποιο ερωτικό μήνυμα διέθετε γιατί είχε μεγάλες καύλες κι αυτές δε πρέπει να τις αφήνεις ανικανοποίητες γιατί τυφλώνεσαι. Εκείνη ξέχασε και τον μετανάστη, και τον πλανήτη με τα κοτόπουλα, καθάρισε τα δόντια της απ’ τις ζεστές σάρκες του κυρίως πιάτου που ‘χε ετοιμάσει και τον φίλησε σχετικά παθιασμένα. Έπειτα, κι αφού έφυγαν χορτάτοι οι καλεσμένοι, άνοιξε τα πόδια της στον ίδιο τύπο που την έκανε να νιώσει λίγο πιο high απ’ ότι συνήθως. Καθόλου δε του άξιζε, αλλά απ’ το να κοιτάζεις μετανάστες να τεμαχίζονται στην τηλεόραση, ας προτιμήσεις ευχαρίστηση. Διδαχές ειν' αυτά...
Rewind
Όταν είδε να τεμαχίζουν ένα πτώμα στην τηλεόραση, ξάπλωσε πίσω στον καναπέ της κι άνοιξε τα πόδια της για να βλέπει καλύτερα την οθόνη. Η εικόνα, ήταν τόσο βίαιη που θα έλεγε κανείς ότι ταίριαζε απόλυτα με την στάση του σώματός της... Σαν Ευαγγελισμός, έμπαινε μέσα της μολύνοντας κάθε νευρώνα και κάθε κύτταρο, ώσπου να μουδιάσει το κεφάλι της, τα βλέφαρά της, το στήθος και τα πέλματά της. Μ’ αυτή τη σειρά... Οι αποτρόπαιες εικόνες προκαλούν πάντα μιαν ιδιότυπη ευχαρίστηση. Γιατί νομίζεις ότι κοιτάζεις επίμονα κάθε τρακαρισμένο αυτοκίνητο στην Εθνική οδό; Έκλεισε τα μάτια της επιμένοντας – παρά την ίδια της τη θέληση – να κοιτάζει το θέαμα. Διαμελισμοί την ώρα του βραδυνού φαγητού. Σε λίγο θα περάσει από το σπίτι αυτός με τον οποίο τραβιέται τα τελευταία απογέυματα από πάρτι σε πάρτι, από στενάκι σε στενάκι, από δασάκι σε δασάκι κι από ζεστό μπάνιο σε ζεστό μπάνιο με τρίψιμο πολύ. Το ειρωνικό είναι ότι όλοι οι φίλοι της, ή κι οι άγνωστοι, εξιτάρονται περισσότερο όταν ακούν εκείνη να σκούζει στο πήδημα απ’ όσο όταν ακούν τον μετανάστη να κράζει ενόσω του κόβουν το αριστερό πόδι για παραδειγματισμό. Ο – πλέον – φίλος της χτύπησε το κουδούνι κάπως επίμονα πιστεύοντας ότι κάτι τέτοιο θα θεωρηθεί αστείο, ίσα-ίσα για να της δώσει ενδείξεις ότι έρχεται με καλές και καθαρές διάθεση. Εκείνη τον είδε κι έκλεισε αμέσως την τηλεόραση μη τυχόν κι οι κραυγές που αναβλύζουν απ’ τα σωθικά του μετανάστη καλύψουν τις δικές τις ψευτο-χαιρετούρες. Έσκυψε, ακριβώς την στιγμή που τον είδε να περνά το κατώφλι. Ο μετανάστης που η ίδια έκρυψε πίσω απ’ την μαύρη οθόνη της TV, δεν υπάρχει καν σαν έννοια σε κανενός τον νου πια. Εκείνος, όπως κάθε φορά, αφού βρήκε διάφορους τρόπους να «ξεκουμπωθεί» σαν άνθρωπος, ξεκούμπωσε γι' άλλη μια φορά το παντελόνι του πίσω της. Εκείνη σκυμμένη, περίμενε. Αυτή τη φορά όμως, εκείνος δεν έβγαλε απ’ το παντελόνι του το αναμενόμενο μέλος του σώματός του, αλλά, σαν τον Sport Billy, εμφάνισε ένα φρεσκογυαλισμένο αλυσοπρίονο. Εκείνη σκυμμένη, περίμενε. Στα μπρούμυτα. Τον δεύτερο Ευαγγελισμό. Ο άλλος τράβηξε τη μανιβέλα, έβαλε εμπρός το μηχάνημα και της έκοψε με μιας τα δύο πόδια. Εκείνη συμμένη, περίμενε. Έπειτα, της έκοψε τα χέρια, αρχικά στους καρπούς και στη πορεία περνούσε από άρθρωση σε άρθρωση έως και τους ώμους. Εκείνη σκυμμένη, περίμενε. Μάζεψε τα μέλη της, ευτυχώς αίμα δεν έβγαλε, δεν είχε μέσα της κάτι αυτή, εντελώς κενή, τα τοποθέτησε με προσοχή σε χάρτινες κούτες και τα πήγε στο σπίτι του. Τα στόλισε έπειτα στο σαλόνι του, να τα βλέπουν οι περαστικοί και να τον αγγίζουν στους ώμους ή την πλάτη σαν να θέλουν να πάρουν κάτι απ’ την γοητεία του χαρακτήρα του. Ήταν κάτι σαν Θεός... «Έγινε».
Fast Forward
Δυο – τρεις μήνες αργότερα δε τον χωρούσε ο τόπος. Πακετάρισε σε μια βαλίτσα τα ρούχα και δυο βιβλία, πακέταρε και εκείνη διαμελισμένη σε μικρά κουτιά, και έφυγε για μιαν άλλη χώρα. Όλοι οι φίλοι του εξάλλου είχαν φύγει προ πολλού. Κουβέντα δεν είπε στο ταξί προς το αεροδρόμιο. Από πάνω του περνούσαν σφαίρα αεροπλάνα, κι από κάτω του σωροί δεδομένων cyber sex από ηλεκτρονικό υπολογιστή σε ηλεκτρονικό υπολογιστή μέσω οδών οπτικών ινών και τέτοιων παράξενων νεόφερτων τεχνολογιών. Έβγαλε το εισητήριό του και κάθισε νωρίς – νωρίς στην θέση του στ’ αεροπλάνο. Μερικές ώρες αργότερα είχε φτάσει ήδη στον προορισμό του. Περίπου 3.000 χιλιόμετρα απ’ τη χώρα του. Με τη βαλίτσα στο χέρι και με την τεμαχισμένη στις κούτες, έκατσε στο πρώτο μικρό café που βρήκε και παράγγειλε κάτι που να μη θυμίζει την πόλη που έμενε ως τώρα. Παραδίπλα στέκονταν μερικοί μπάτσοι και δυο δημοσιογράφοι. Τον κοίταξαν για λίγο, κι όταν εκείνος γύρισε το κεφάλι του, εκείνοι τον έπιασαν απ’ τα χέρια και τα πόδια, τον ακινητοποίησαν φωνάζοντας «
Μετανάστης! Μετανάστης!». Οι μπάτσοι εκεί δεν κρατούν ακόμη όπλα, βλέπεις οι διαμμαρτυρίες της Αριστεράς έπιασαν, οπότε το κράτος τους τα αντικατέστησε μ’ αλυσοπρίονα. Άρχισαν να τον τεμαχίζουν κι εκείνος έκραζε σαν πρόβατο. Σφαγή. Οι δημοσιογράφοι κρατούσαν τα πλάνα. Πετάγονταν χέρια, πόδια, αίματα. Ό, τι μπορείς να φανταστείς. Σπλάτερ. Οι κάμερες κρατούσαν τις εικόνες για τα βραδυνά δελτία ειδήσεων όλου του κόσμου. Διαδώθηκε... Ο πρώτος θάνατος μετανάστη μ’ αλυσοπρίονο μπάτσου υπό το φως των βλεμμάτων τυχαίων περαστικών – ψηφοφόρων και ηδονοβλεψίων ήταν γεγονός. Όλος ο κόσμος μιλούσε από τότε για πάντα γι’ αυτό το γεγονός. Ο χρόνος σταμάτησε να υπάρχει. Να θεωρείται χρόνος που κυλά. Όλα συνέβαιναν την ίδια στιγμή. Τα χτεσινά, τα παλιά, τα τωρινά, τα του μέλλοντος, όλα τώρα.
Ο τεμαχισμός συνεχίζεται.
Εκείνη ανοίγει τα πόδια της στη ψύχρα.
Ο χρόνος σταμάτησε.
Κάποιοι μεταναστεύουν.
Η τηλεόραση ανοιγοκλείνει.
Η Αριστερά έπεισε το κράτος να αντικατατήσει τα όπλα των μπάτσων μ’ αλυσοπρίονα.
Θα ήθελα.
Οι καλεσμένοι μας φεύγουν ευχαριστημένοι.
Ποιος δεν έχει χάσει πια την αίσθηση του βαθμού σημαντικότητας των πραγμάτων;