Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Χορός

Μιλάμε γι’ αστέρια. Σε τροχιά. Όλη η μάζα επιθυμεί ν’ αποτραβηχθεί, ακόμα κι αν κινδυνεύει να χαθεί σε κενό διάστημα, ενώ όλη η βαρύτητα, το «μέσα», το «είναι», επιθυμεί το ακριβώς αντίθετο, την «ένωση» με το κέντρο, το κέντρο γύρω απ’ το οποίο περιστρέφεται. Κεντρομόλος και Φυγόκεντρος.

Κεντρομόλος είναι η δύναμη που κατευθύνει το σώμα στο κέντρο του κύκλου τον οποίο διαγράφει αέναα. Πρόκειται για «μη φυσιολογική» δύναμη, εμπεριέχει την απουσία προφανούς λόγου ύπαρξης, ζει μ’ αυτή την απουσία, υφίσταται επειδή η πιθανότητα αυτής της απουσίας γίνεται παρανοϊκά δυνατή. Είναι κάτι το «φυσικά αφύσικο». Και ποιος είναι φυσιολογικός;

Η Φυγόκεντρος δύναμη είναι μια ψευδαίσθηση, μία φυσική παραίσθηση της μάζας που γυρίζει γύρω απ’ το κέντρο του κύκλου λόγω της αδράνειας που την διακατέχει. Η μάζα, αυτό το σώμα, «αισθάνεται» πως θέλει να εκτιναχθεί εκτός τροχιάς, να ξεφύγει, ενώ καμία τέτοια δύναμη δεν ξεκινά φυσικά από μόνη της αλλά ορίζεται ως συνεπακόλουθη άλλων δυνάμεων. Τίποτε το αυτούσιο... Μια άμυνα εναντίον της Φύσης. Και ποιος μοιάζει φυσιολογικός;

Το σώμα αυτό έχει αντικειμενικά την τάση να κινείται ευθύγραμμα. Όλα τα σώματα, οι μάζες αυτών όταν βρίσκονται σε κίνηση (όλα κινούνται πάντα) έχουν την αυτή τάση. Το ότι ορίστηκε ένα εξωτερικό σημείο ως το κέντρο ενός κύκλου και το ότι το ευθύγραμμα κινούμενο σώμα μπήκε στο πεδίο της βαρύτητας του σημείου αυτού – τυχαία; Όχι τυχαία; Ποιος ξέρει; – έθεσε την αφετηρία της περιστροφής του, σαν τους τύπους που ρίχνουν άσφαιρα πριν το κατοστάρι, δημιούργησε τις εν λόγω δυνάμεις, την Κεντρομόλο, την Φυγόκεντρο, έφερε την Φυσική Αδράνεια στην επιφάνεια, τ’ αποτελέσματά της, κύρτωσε την ευθεία την οποία ακολουθούσε το σώμα μ’ όλη του την μάζα στην αντικειμενική αρχή, έκανε εν τέλει τα πράγματα «φυσικά, αφύσικα». Και ποιος θέλει πάλι να ‘ναι φυσιολογικός;

Αλλά τα πράγματα είναι πάντα «φυσιολογικά»... Αν όμως η Γη δε γύριζε απλά γύρω απ’ τον Ήλιο, αν αντί γι’ αυτόν τον βάναυσο κύκλο γύριζε κι ο Ήλιος – παρά τη λάμψη του – γύρω απ’ αυτή ταυτόχρονα, τότε οι δυο πλανήτες, άσε τη Φυσική, τότε θα χόρευαν ο ένας με τον άλλον. Δε θα ικανοποιούσαν απλά τους νόμους της Φύσης. Θα τους όριζαν εξ αρχής. Όμως κι η Γη, κι η Αφροδίτη, κι ο Άρης, κι ο Πλούτωνας ή ο Ουρανός, γυρίζουν χρόνια τώρα γύρω απ’ τον Ήλιο και το φως του. Όλοι αυτοί οι πλανήτες, μ’ έναν σωρό ακόμα αγνωστων σωματιδίων, χρόνια τώρα σχίζονται υπακούοντας την Φυγόκεντρο και την Κεντρομόλο τους δύναμη. Κι έτσι, αυτό, αυτό αριβώς... αυτό είναι η Φύση. Αυτό που ο άνθρωπος αδυνατεί να δει ως χορό αστέρων, γιατί ο νους του αισθάνεται την Φύση ως κάτι που πρέπει να ξεπερνά κανείς. Αλλά... ποιος μπορεί να ξεπεράσει τη Φύση, τον Ήλιο και το φώς του, τον Άνθρωπο μέσα του;

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Out

Από [εδώ]«Το μοναδικό δώρο της θάλασσας είναι βίαια χτυπήματα αέρα, και …που και που, μια πιθανότητα να νιώσεις δυνατός. Λοιπόν, δεν ξέρω πολλά για την θάλασσα, αλλά γνωρίζω ότι η ουσία είναι ακριβώς αυτή... Ξέρω πόσο σημαντικό είναι να μην είσαι απαραίτητα δυνατός, αλλά να νιώθεις δυνατός. Να αναμετρηθείς με τον εαυτό σου τουλάχιστον μία φορά. Να βρεθείς – τουλάχιστον μία φορά – στις πιο απολίτιστες ανθρώπινες συνθήκες. Να αντιμετωπίσεις την πιθανότητα τ’ αναπόφευκτου, χωρίς τίποτα να σε βοηθήσει εκτός απ’ τα χέρια και το ίδιο σου το κεφάλι...»

There is a pleasure in the pathless woods;
There is a rapture on the lonely shore;
There is society, where none intrudes,
By the deep sea, and music in its roar;
I love not man the less, but Nature more...
- Lord Byron -

«Δεν μπορεί κανείς ν’ αρνηθεί ότι η συνεχής κίνηση μας εξίταρε πάντα... Σχετίζεται στους εγκεφάλους μας με την απόδραση από την ιστορία, την καταπίεση, τους νόμους και τις ανιαρές υποχρεώσεις. Απόλυτη ελευθερία. Κι ο δρόμος οδηγούσε πάντα δυτικά...»








Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Play

Όταν είδε να τεμαχίζουν ένα πτώμα στην τηλεόραση, προτίμησε αρχικά να κλείσει τα μάτια, έπειτα την τηλεόραση της και λίγο αργότερα, έτσι για την ισορροπία, είπε ν’ ανοίξει τα πόδια στον πρώτο ή στον επόμενο που συνάντησε. Ισορροπία δε βρήκε, ίσως λίγη προσωρινή ευχαρίστηση. Ωστόσο, κάπου εκεί θυμήθηκε τον παππού της που έλεγε «Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού», οπότε άρχισε να ελπίζει... Τα πόδια έμειναν ανοικτά, τα μάτια πεισματικά κλειστά, η τηλεόραση έπαιζε χιόνια και το πτώμα είχε πια μείνει μισό: ένα πόδι εδώ, άλλο πόδι μέσα σε μια μαύρη ναϋλον σακούλα, ένα χέρι κομμένο τρακτερωτά στον καρπό να κρέμεται ακόμα απ’ τον πήχυ αρκετά κάτω απ’ τον αγκώνα και δυο δημοσιογράφοι να φωνάζουν – αξιοπερίεργο voice over – σαν οπαδοί γηπέδου με φωνές ξενόφερτες, άγνωστες, που φέρνουν περισσότερο σε ζητωκραυγές παρά σε απαξίωση του θεάματος. Εδώ γίνεται ένας στυγνός φόνος, που μεταδίδεται μάλιστα τηλεοπτικά, κι εμείς κοιτάζουμε κάποια που άνοιξε τα πόδια της για αποφύγει την όψη της σκληρότητας. Απαίσια είναι αυτή λοιπόν, ή εμείς οι ίδιοι εν τέλει;

Rewind
Όταν είδε να τεμαχίζουν ένα πτώμα – μετανάστη νομίζω – στο κεντρικό δελτίο των 8 στο «μεγάλο κανάλι», προτίμησε αρχικά να κλείσει την τηλεόραση, μετά τα μάτια κι έπειτα να μαγειρέψει κάτι για τους καλεσμένους της. Εκείνοι χτύπησαν με ιδιαίτερη μανία το κουδούνι θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αστείο. Όλοι ξέρουμε βέβαια ότι δεν είναι, ας μη γελιόμαστε... Κάπως πρόσχαρη εκείνη – ο φόνος στη τηλεόραση ξεθώριαζε στο νου της – άνοιξε την πόρτα κι υποδέχθηκε τους καλεσμένους της χαμογελαστή, φορώντας ποδιά κουζίνας. Κοτόπουλο μαγείρεψε. Τεμαχισμένο κι αυτό μέσα στο σελοφάν, το βρήκε με λίγο υψηλή τιμή στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Καθώς κομμάτια στήθους κοτόπουλου κολλούσαν ανάμεσα στα δόντια των καλεσμένων και της οικοδέσποινας, η τελευταία θυμήθηκε το τεμαχισμένο πτώμα στο δελτίο ειδήσεων προηγουμένως. Αναρωτήθηκε εάν θα μπορούσε ένα κοτόπουλο να στεναχωρηθεί που όλη αυτή η παρέα τρώει με μανία ένα διαμελισμένο, ζεματισμένο και γενικότερα κατακρεουργημένο ομοειδές του. Αναρωτήθηκε ακόμα αν σ’ έναν άλλον πλανήτη όπου κατοικούν κοτόπουλα γίνεται μια παρόμοια σπιτική φιέστα με κυρίως πιάτο τεμαχισμένο άνθρωπο περιχυμένο με σως καλαμποκιού. Ο διπλανός άγγιξε το μπούτι της, αφού πρώτα έφαγε το μπούτι του ζώου, στέλνοντας της όποιο ερωτικό μήνυμα διέθετε γιατί είχε μεγάλες καύλες κι αυτές δε πρέπει να τις αφήνεις ανικανοποίητες γιατί τυφλώνεσαι. Εκείνη ξέχασε και τον μετανάστη, και τον πλανήτη με τα κοτόπουλα, καθάρισε τα δόντια της απ’ τις ζεστές σάρκες του κυρίως πιάτου που ‘χε ετοιμάσει και τον φίλησε σχετικά παθιασμένα. Έπειτα, κι αφού έφυγαν χορτάτοι οι καλεσμένοι, άνοιξε τα πόδια της στον ίδιο τύπο που την έκανε να νιώσει λίγο πιο high απ’ ότι συνήθως. Καθόλου δε του άξιζε, αλλά απ’ το να κοιτάζεις μετανάστες να τεμαχίζονται στην τηλεόραση, ας προτιμήσεις ευχαρίστηση. Διδαχές ειν' αυτά...

Rewind
Όταν είδε να τεμαχίζουν ένα πτώμα στην τηλεόραση, ξάπλωσε πίσω στον καναπέ της κι άνοιξε τα πόδια της για να βλέπει καλύτερα την οθόνη. Η εικόνα, ήταν τόσο βίαιη που θα έλεγε κανείς ότι ταίριαζε απόλυτα με την στάση του σώματός της... Σαν Ευαγγελισμός, έμπαινε μέσα της μολύνοντας κάθε νευρώνα και κάθε κύτταρο, ώσπου να μουδιάσει το κεφάλι της, τα βλέφαρά της, το στήθος και τα πέλματά της. Μ’ αυτή τη σειρά... Οι αποτρόπαιες εικόνες προκαλούν πάντα μιαν ιδιότυπη ευχαρίστηση. Γιατί νομίζεις ότι κοιτάζεις επίμονα κάθε τρακαρισμένο αυτοκίνητο στην Εθνική οδό; Έκλεισε τα μάτια της επιμένοντας – παρά την ίδια της τη θέληση – να κοιτάζει το θέαμα. Διαμελισμοί την ώρα του βραδυνού φαγητού. Σε λίγο θα περάσει από το σπίτι αυτός με τον οποίο τραβιέται τα τελευταία απογέυματα από πάρτι σε πάρτι, από στενάκι σε στενάκι, από δασάκι σε δασάκι κι από ζεστό μπάνιο σε ζεστό μπάνιο με τρίψιμο πολύ. Το ειρωνικό είναι ότι όλοι οι φίλοι της, ή κι οι άγνωστοι, εξιτάρονται περισσότερο όταν ακούν εκείνη να σκούζει στο πήδημα απ’ όσο όταν ακούν τον μετανάστη να κράζει ενόσω του κόβουν το αριστερό πόδι για παραδειγματισμό. Ο – πλέον – φίλος της χτύπησε το κουδούνι κάπως επίμονα πιστεύοντας ότι κάτι τέτοιο θα θεωρηθεί αστείο, ίσα-ίσα για να της δώσει ενδείξεις ότι έρχεται με καλές και καθαρές διάθεση. Εκείνη τον είδε κι έκλεισε αμέσως την τηλεόραση μη τυχόν κι οι κραυγές που αναβλύζουν απ’ τα σωθικά του μετανάστη καλύψουν τις δικές τις ψευτο-χαιρετούρες. Έσκυψε, ακριβώς την στιγμή που τον είδε να περνά το κατώφλι. Ο μετανάστης που η ίδια έκρυψε πίσω απ’ την μαύρη οθόνη της TV, δεν υπάρχει καν σαν έννοια σε κανενός τον νου πια. Εκείνος, όπως κάθε φορά, αφού βρήκε διάφορους τρόπους να «ξεκουμπωθεί» σαν άνθρωπος, ξεκούμπωσε γι' άλλη μια φορά το παντελόνι του πίσω της. Εκείνη σκυμμένη, περίμενε. Αυτή τη φορά όμως, εκείνος δεν έβγαλε απ’ το παντελόνι του το αναμενόμενο μέλος του σώματός του, αλλά, σαν τον Sport Billy, εμφάνισε ένα φρεσκογυαλισμένο αλυσοπρίονο. Εκείνη σκυμμένη, περίμενε. Στα μπρούμυτα. Τον δεύτερο Ευαγγελισμό. Ο άλλος τράβηξε τη μανιβέλα, έβαλε εμπρός το μηχάνημα και της έκοψε με μιας τα δύο πόδια. Εκείνη συμμένη, περίμενε. Έπειτα, της έκοψε τα χέρια, αρχικά στους καρπούς και στη πορεία περνούσε από άρθρωση σε άρθρωση έως και τους ώμους. Εκείνη σκυμμένη, περίμενε. Μάζεψε τα μέλη της, ευτυχώς αίμα δεν έβγαλε, δεν είχε μέσα της κάτι αυτή, εντελώς κενή, τα τοποθέτησε με προσοχή σε χάρτινες κούτες και τα πήγε στο σπίτι του. Τα στόλισε έπειτα στο σαλόνι του, να τα βλέπουν οι περαστικοί και να τον αγγίζουν στους ώμους ή την πλάτη σαν να θέλουν να πάρουν κάτι απ’ την γοητεία του χαρακτήρα του. Ήταν κάτι σαν Θεός... «Έγινε».

Fast Forward
Δυο – τρεις μήνες αργότερα δε τον χωρούσε ο τόπος. Πακετάρισε σε μια βαλίτσα τα ρούχα και δυο βιβλία, πακέταρε και εκείνη διαμελισμένη σε μικρά κουτιά, και έφυγε για μιαν άλλη χώρα. Όλοι οι φίλοι του εξάλλου είχαν φύγει προ πολλού. Κουβέντα δεν είπε στο ταξί προς το αεροδρόμιο. Από πάνω του περνούσαν σφαίρα αεροπλάνα, κι από κάτω του σωροί δεδομένων cyber sex από ηλεκτρονικό υπολογιστή σε ηλεκτρονικό υπολογιστή μέσω οδών οπτικών ινών και τέτοιων παράξενων νεόφερτων τεχνολογιών. Έβγαλε το εισητήριό του και κάθισε νωρίς – νωρίς στην θέση του στ’ αεροπλάνο. Μερικές ώρες αργότερα είχε φτάσει ήδη στον προορισμό του. Περίπου 3.000 χιλιόμετρα απ’ τη χώρα του. Με τη βαλίτσα στο χέρι και με την τεμαχισμένη στις κούτες, έκατσε στο πρώτο μικρό café που βρήκε και παράγγειλε κάτι που να μη θυμίζει την πόλη που έμενε ως τώρα. Παραδίπλα στέκονταν μερικοί μπάτσοι και δυο δημοσιογράφοι. Τον κοίταξαν για λίγο, κι όταν εκείνος γύρισε το κεφάλι του, εκείνοι τον έπιασαν απ’ τα χέρια και τα πόδια, τον ακινητοποίησαν φωνάζοντας «Μετανάστης! Μετανάστης!». Οι μπάτσοι εκεί δεν κρατούν ακόμη όπλα, βλέπεις οι διαμμαρτυρίες της Αριστεράς έπιασαν, οπότε το κράτος τους τα αντικατέστησε μ’ αλυσοπρίονα. Άρχισαν να τον τεμαχίζουν κι εκείνος έκραζε σαν πρόβατο. Σφαγή. Οι δημοσιογράφοι κρατούσαν τα πλάνα. Πετάγονταν χέρια, πόδια, αίματα. Ό, τι μπορείς να φανταστείς. Σπλάτερ. Οι κάμερες κρατούσαν τις εικόνες για τα βραδυνά δελτία ειδήσεων όλου του κόσμου. Διαδώθηκε... Ο πρώτος θάνατος μετανάστη μ’ αλυσοπρίονο μπάτσου υπό το φως των βλεμμάτων τυχαίων περαστικών – ψηφοφόρων και ηδονοβλεψίων ήταν γεγονός. Όλος ο κόσμος μιλούσε από τότε για πάντα γι’ αυτό το γεγονός. Ο χρόνος σταμάτησε να υπάρχει. Να θεωρείται χρόνος που κυλά. Όλα συνέβαιναν την ίδια στιγμή. Τα χτεσινά, τα παλιά, τα τωρινά, τα του μέλλοντος, όλα τώρα.

Ο τεμαχισμός συνεχίζεται.
Εκείνη ανοίγει τα πόδια της στη ψύχρα.
Ο χρόνος σταμάτησε.
Κάποιοι μεταναστεύουν.
Η τηλεόραση ανοιγοκλείνει.
Η Αριστερά έπεισε το κράτος να αντικατατήσει τα όπλα των μπάτσων μ’ αλυσοπρίονα.
Θα ήθελα.
Οι καλεσμένοι μας φεύγουν ευχαριστημένοι.

Ποιος δεν έχει χάσει πια την αίσθηση του βαθμού σημαντικότητας των πραγμάτων;

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Βήχας

Ίνες
Η ντροπή του να μην αναμένεις αυτό που θα σε κάνει να σταματήσεις να κρατάς το κεφάλι σου μη πέσει και χυθεί αίμα (λεκκές!) στο χαλί που θα μπορούσες να ‘χες αγοράσει πριν χρόνια σε μια ξένη χώρα που σήμερα επισκέπτεται ένας φίλος που δε γνώρισες ποτέ για να μείνει σε μονιμότερη βάση απ’ την προσωρινή σου διαμονή προ μηνών σ’ ένα νησί Θεών και Δαιμόνων στο όνομα των οποίων προσκυνούν όλοι τριγύρω δίχως να γνωρίζουν ότι αυτοί οι θεοί, αυτοί οι δαίμονες, ειν’ οι ίδιοι (!) που σε έκαναν μάλιστα να κρατάς το κεφάλι σου εξ αρχής προσπαθώντας να μη τ’ αφήσεις να πέσει κι ανοίξει πληγές και λερώσει το χαλί που ίσως ν’ αγόραζες αν δεν έφτανε σήμερα εκεί ο φίλος που δε γνώρισες ποτέ για να μείνει όσο δεν έμεινες εσύ προ μηνών στο νησί στα νότια την ώρα που όλοι οι άλλοι έκαναν θυσίες προς ευχαρίστηση Θεού/Διαβόλου. 3 (Τρία ολογράφως). Έτσι με δυο σημεία στίξης... Αυτή η ντροπή κι αυτό το μπέρδεμα, διδάσκει την έννοια της εντροπίας σε μυαλά εντελώς γεμάτα, ξεχειλωμένα, πολιτικώς ανορδόδοξα σ’ ένα κόσμο mad about you και άλλα τέτοια άρρωστα.


Εντροπία
Αντιγράφοντας, η εντροπία είναι η έννοια μέσω της οποίας μετράται η αταξία της οποίας η μέγιστη τιμή αντικατοπτρίζει τη πλήρη αποδιοργάνωση (ομογενοποίηση των πάντων) και ισοδυναμεί με την παύση της ζωής η αλλιώς της εξέλιξης που θα ‘θελες να βιώσεις και να αφομοιώσεις για να σταματήσει ο κόσμος να είναι mad about you και άλλα τέτοια άρρωστα. Δεν υπάρχει καν κάποια πιθανότητα πληροφορίας που θα μπορούσες να πεις ότι βρίσκεται σε λήθαργο για να ελπίσεις ότι κάποτε και για το γαμώτο, όλο και κάποια ενέργεια θα δοθεί κι η εντροπία θα αντιμετωπίσει το τέλος της.

Νευροδιαβιβαστές
Περιμένοντας ενδορφίνες, εγκεφαλίνες, λίγο από PACAP μπας κι ο κόσμος μεταλλαχθεί από mad about you σε You, about to get mad!, κάτι που θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην απελευθέρωση πληροφοριων για τον τερματισμό της εντροπίας, τον χαμό Θεών / Δαιμόνων, της αυτόματης σύγκρισης νησιού – παρόντος, την πηγαίας ανησυχίας του λεκκέ στο χαλί που θα πατάς για τους επόμενους μήνες τουλάχιστον. Έχουν όλα σχέση, για τέτοιο μπέρδεμα μιλάμε. Κι αν ο Haneke συνεχίζει να χρησιμοποιεί τις ταινίες για να πει κάτι άλλο απ’ αυτό που γράφει και σκηνοθετεί στην ταινία αυτή καθ’ αυτή, ο εκάστοτε παρόμοιος – όλοι παρόμοιοι είμαστε μέχρι αποδείξεως του αντίθετου – επιλέγει (αντιγράφοντας πρωτότυπα τώρα) τον ίδιο δρόμο. Ο Haneke βέβαια είχε προφανώς βιώματα παράξενα, η σχέση του με τη Βία είναι υπέρμετρα ερωτική, εγώ χαρούμενος, κι η Βία ενα ουσιαστικό που για κάποιο λόγο το γράφουμε τώρα με κεφαλαίο Β όσο αναμένουμε κρατώντας το κεφάλι μας ανάμεσα στα καλοσχηματισμένα μας γόνατα μέσα σ’ ένα αεροπλάνο, απ’ τα μεγάφωνα του οποίου ο πιλότος μας κάνει πλάκα ότι έχει χάσει τον έλεγχο και πέφτουμε – πέφτουμε – πέφτουμε, ενώ ταυτόχρονα ένας επιβάτης – μάλλον εγώ, ή κάποιος δίπλα, παραδίπλα, παρακαλεί Θεούς και Δαίμονες να πέσει το ρημάδι και να σκάσει στο νησί, εκείνο το «προ μηνών». Κάπου εκεί για ...κάποια άλλα άρρωστα, όχι τέτοια.

Κρο Μανιόν
Πρόκειται για ένα ποστίδιο που περιγράφει τον «από Θεού χέρι» σχηματισμό του εγκεφάλου μέσα στο κεφάλι που τη μια πάει να σπάσει (πέφτωντας ντε), την άλλη πάει να ξεκολλήσει απ’ το σώμα – έστω και χωρίς παρέα – να βγάλει φτερά δίχως να το νοιάζει μη το πουν σερβιέτα, να πετάξει κάπου πάνω απ’ τη πόλη και να φτύσει – το στόμα στο κεφάλι είναι, κάτι ξέρεις εσύ – μπόλικο σάλιο ακριβώς στο κέντρο της πόλης αυτής που χρωματίστηκε σε γκρίζους τόνους από γκρίζα μυαλά για γκρίζες ζωές μέσα σε μια παγκόσμια εντροπία που καμιά φωτογραφία δεν θα δεχθεί να απεικονίσει. Πληροφορούμαστε (ο λήθαργος λήγει – ξεχειμωνιάζει) οτι το κείμενο μπορεί να συνεχίζει να γράφεται μόνο του αέναα μιας και η κατανόηση δε πρόκειται ποτέ να σχηματίσει το περίγραμμά της στον εγκέφαλο του αναγνώστη αφού δεν υπάρχει και καμία συνοχή στο κεφάλι του πομπού. Που τώρα έχει βγάλει φτερά και δεν το νοιάζει αν θα το πούν σερβιέτα ή σκίτσο της red bull ή αυτή την κόκκινη πέρδικα στο Famous Grouse που όλο και κάποιος θα το πίνει στην πόλη που φτύνεται απ’ άγνωστα στόματα που δυστυχώς δεν διδάχθηκαν ποτέ την τέχνη της ομιλίας σε καλύτερη μορφή απ’ αυτή που πρωτοέχτισαν δυο Νεάτερνταλ ή δυο Κρο Μανιόν που ένιωσαν την ανάγκη να πουν ο ένας στον άλλον ότι πολύ ΑΠΛΑ θέλουν να πηδηχθούν χωρίς να σκοπεύουν ή να χρειάζεται ή να είναι απαραίτητο να κάνουν και παιδιά... Κατάλαβες;

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Αλκυόνη

[Από εδώ] Ο Αίολος κρατούσε τους ανέμους μέσα στον ασκό του. Όταν ο Οδυσσέας θέλησε να επιστρέψει στην Ιθάκη, ο Αίολος έκανε όλους τους ανέμους να κοπάσουν εκτός απ’ τον Ζέφυρο που οδηγούσε προς το νησί. Μα το άπληστο πλήρωμα άνοιξε τους ασκούς και ξέσπασε θύελλα που τους οδήγησε και πάλι πίσω στο νησί του Αιόλου.

Η Αλκυόνη ήταν μία από τις κόρες του Αιόλου, του «ταμία» των ανέμων που ‘ταν γιος του Ποσειδώνα, του Θεού της θάλασσας. Ο σύζυγός της, Κύηκας, πνίγηκε σε θαλασσοταραχή καθώς πήγε να ψαρέψει, παρά τα κακά προαισθήματα της γυναίκας του, Αλκυόνης, η οποία στην είδηση του χαμού του άνδρα της, έπεσε στα βράχια και αυτοκτόνησε.

Ο θαλασσοταραχή όμως αποτελεί έναν κακό συνδυασμό άγριας θάλασσας (Ποσειδώνας, «παππούς» της Αλκυόνης) και θυελλώδων ανέμων (Αίολος, πατέρας της Αλκυόνης). Πρόκειται για μία από κοινού ουσιαστική δολοφονία του Κύηκα από τους δύο Θεούς... Η υποκρισία αυτών όμως, τους οδήγησε στο να αποφασίσουν να μετατρέψουν τον Κύηκα και την Αλκυόνη σε πουλιά, με τον Δία να προστάζει εν τέλει τον Αίολο να σταματά τους ανέμους κατά τις Αλκυονήδες ημέρες, ώστε να επωάζει τα αυγά της η κόρη του, Αλκυόνη.













Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Αγέλαστος Πέτρα

Επί 12 χρόνια γύριζε την «Αγέλαστο Πέτρα» ο Φ. Κουτσαφτής. Επισκέψεις καθημερινές στην αιώνια καθημερινότητα της Ελευσίνας. Μιας πόλης γεμάτης με ιστορία και πρόσωπα ...ιστορικά αδιάφορα. Το κυρίως θέμα του ντοκυμαντέρ είναι η εκβιομηχάνιση μιας περιοχής με την πλουσιότερη ίσως ιστορία στην Αττική, που ξεκινά απ’ τ’ αρχαία χρόνια και που πασχίζει να ψιθυρίσει κάτι στα σημερινά. «Γιατί η μόνη μας περιουσία είναι η μνήμη».

Πρωταγωνιστές στο φιλμ, η Περσεφόνη, Ο Απόλλων, στρατιώτες Θηβαίοι σε σαρκοφάγους, μερικά παιδιά απ’ τα σχολεία της πόλης, ο Π. Φαρμάκης – ένας ιστορικός ρακοσυλλέκτης, η Κούλα, οι τύποι στο καφενείο και τα πλαστικά πρόσωπα στις τεράστιες αφίσες που χαιρετούν τους περαστικούς στην Λεωφόρο Καβάλας, αναβλύζοντας μελαγχολία με φόντο φουγάρα και μυρωδιές καμμένου. Γιατί η Ιστορία συνεχίζει να γράφεται πάντα. Από μόνη της. Σχεδόν βίαια... Γιατί Ιστορία δεν σημαίνει μια αρχαία πέτρα που πάνω της στρογγυλοκάθεται σήμερα ένα εργοστάσιο και δέκα βρώμικοι εργάτες. Ιστορία είν’ αυτοί οι εργάτες, οι γυναίκες και τα παιδιά τους, αυτή η μετάλλαξη της πόλη μέσα σε μια ντουζίνα χρόνια που αντικατοπτρίζεται στα μάτια τους όταν κάθονται στην πλατεία με τ’ άγαλμα ή στο καφενείο απέναντι απ’ τις ανασκαφές.

Η «Αγέλαστος Πέτρα» σε κάνει ν’ αναθεωρείς: Απ’ τη μια, στις ανασκαφές βρήκαν – λέει – ένα στρατιωτικό κράνος που όμοιό του, μονάχα μια φορά ξεθάφτηκε κάπου στον πλανήτη... Εκεί ...και στην Ελευσίνα, μόνο. Απ’ την άλλη όμως, στα δέκα και κάτι χρόνια των γυρισμάτων, ο θάνατος του Π. Φαρμάκη, η ενηλικίωση των παιδιών του 92’ που τα ‘βαζαν με την Πετρόλα, ο χαμός της γυναίκας του τύπου με την βάρκα ή η αλλαγή θέσης του κεντρικού αγάλματος της πλατείας, μοιάζουν εξαιρετικά σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα από ένα βρώμικο κράνος ή από μερικά τετραγωνικά χιλιόμετρα εργοστασιακής δυσωδίας.

Σ’ αυτές τις σαρκοφάγους έθαψαν – λέει – τους «επτά επί Θήβας». Ποιός όμως κατοικεί σήμερα απέναντι; Και που έθαψαν τον ρακοσυλλέκτη που τριγύριζε και μάζευε πέτρες απ’ τα χωράφια δίπλα στα εργοστάσια; Εκείνον που ζει «παν’ απ’ τη Γη και κάτω απ’ τ’ αστέρια». Τα ονόματα εκείνων που σκοτώθηκαν στην έκρηξη, ποιος τα ξέρει; Και γιατί να ‘ναι σημαντικότερη η φωτιά των διυλιστηρίων απ’ αυτή που ανάβει η γιαγιά κάθε βράδυ στο εκκλησάκι έξω απ’ το σπίτι της; Κι οι δυο φωτιές, οξυγόνο καίνε. Κι οι δυο, φωτιές είναι... Όλα είναι μνήμη και όλα προστίθενται απλά για να δίνουν την ψευδαίσθηση της ισορροπίας.

«Εδω παλιά» – λέει – «ήταν όλο βουνό... Μετά εξαφανίστηκε και βγήκαν τα εργοστάσια. Φουγάρα παντού». Κι όσο η βιομηχανία μεγάλωνε, τα βιβλία γεννήσεων και θανάτων στο Δημαρχείο διαθέχονταν το ένα τ’ άλλο. Η Ιστορία, μετρά περισσότερο όταν κάποιοι τη βοηθούν να διαδραμματίζεται. Είναι σημαντικότερη όταν οι κάτοικοι του μη-τόπου της Ελευσίνας, την κοιτάζουν να διαγράφεται μαζί με τους ίδιους. Αφανείς ήρωες. Σαν τον άγνωστο εκείνο που ζούληξε πριν δυο χιλιάδες χρόνια το μάρμαρο και μας άφησε σήμερα το σχήμα του χεριού του, κάπου πλάι στα πετρέλαια, τις πλαστικές μυρωδιές και στα πουλιά που πεθαίνουν στα σκουριασμένα βαρκάκια.

Αγέλαστος Πέτρα - Φ. Κουτσαφτής [2000]

Watch ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ in Educational & How-To  |  View More Free Videos Online at Veoh.com

Older Posts